Η κόρη του μυλωνά πρέπει να κάνει το άχυρο χρυσάφι μέσα σε μία νύχτα, κι ένα μυστηριώδες ανθρωπάκι έρχεται να τη βοηθήσει, μα για τη βοήθειά του ζητά όλο και περισσότερα. Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ για ένα όνομα που κανείς δεν ξέρει, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.
Αδελφοί Γκριμ · 8 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Ρουμπελστίλτσκιν: το κείμενο του παραμυθιού
Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Rumpelstilzchen».
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μυλωνάς, που ήταν φτωχός, είχε όμως μια όμορφη κόρη. Έτυχε λοιπόν κάποτε να μιλήσει με τον βασιλιά, και για να φανεί σπουδαίος, του είπε: «Έχω μια κόρη που ξέρει να γνέθει το άχυρο και να το κάνει χρυσάφι.» Ο βασιλιάς είπε στον μυλωνά: «Αυτή είναι μια τέχνη που μου αρέσει πολύ. Αν η κόρη σου είναι τόσο επιδέξια όσο λες, να τη φέρεις αύριο στο παλάτι μου, και θα τη δοκιμάσω.»
Όταν λοιπόν του έφεραν το κορίτσι, την οδήγησε σε μια κάμαρη γεμάτη άχυρα ως πάνω, της έδωσε ροδάνι και ανέμη και είπε: «Τώρα πιάσε δουλειά, κι αν ως αύριο το πρωί δεν έχεις γνέσει όλο αυτό το άχυρο και δεν το έχεις κάνει χρυσάφι, θα πεθάνεις.» Ύστερα κλείδωσε ο ίδιος την κάμαρη, κι εκείνη έμεινε μέσα ολομόναχη.
Εκεί καθόταν λοιπόν η καημένη η μυλωνοπούλα και δεν ήξερε τι να κάνει για να σώσει τη ζωή της. Δεν είχε ιδέα πώς μπορεί κανείς να γνέσει το άχυρο και να το κάνει χρυσάφι, κι ο φόβος της μεγάλωνε όλο και πιο πολύ, ώσπου στο τέλος άρχισε να κλαίει. Τότε ξαφνικά άνοιξε η πόρτα, και μπήκε μέσα ένα μικρό ανθρωπάκι, που είπε: «Καλησπέρα, μυλωνοπούλα, γιατί κλαις τόσο πολύ;» «Αχ», απάντησε το κορίτσι, «πρέπει να γνέσω το άχυρο και να το κάνω χρυσάφι, κι εγώ δεν ξέρω πώς.» Το ανθρωπάκι είπε: «Τι θα μου δώσεις, αν το γνέσω εγώ για σένα;» «Το κολιέ μου», είπε το κορίτσι.
Το ανθρωπάκι πήρε το κολιέ, κάθισε μπροστά στο ροδάνι, και φρρ, φρρ, φρρ, τρία τραβήγματα, και το καρούλι γέμισε. Ύστερα έβαλε ένα άλλο, και φρρ, φρρ, φρρ, τρία τραβήγματα, και γέμισε και το δεύτερο. Κι έτσι συνέχισε ως το πρωί. Τότε δεν είχε μείνει πια ούτε ένα άχυρο, κι όλα τα καρούλια ήταν γεμάτα χρυσάφι.
Με την ανατολή του ήλιου ήρθε κιόλας ο βασιλιάς, κι όταν είδε το χρυσάφι, έμεινε έκπληκτος και χάρηκε, μα η καρδιά του έγινε ακόμα πιο άπληστη για χρυσάφι. Έβαλε να πάνε τη μυλωνοπούλα σε μια άλλη κάμαρη γεμάτη άχυρα, που ήταν πολύ μεγαλύτερη, και τη διέταξε να γνέσει κι αυτά μέσα σε μία νύχτα, αν αγαπούσε τη ζωή της. Το κορίτσι δεν ήξερε τι να κάνει κι έκλαιγε. Τότε άνοιξε πάλι η πόρτα, φάνηκε το μικρό ανθρωπάκι και είπε: «Τι θα μου δώσεις, αν σου γνέσω το άχυρο και το κάνω χρυσάφι;» «Το δαχτυλίδι από το δάχτυλό μου», απάντησε το κορίτσι.
Το ανθρωπάκι πήρε το δαχτυλίδι, άρχισε πάλι να γυρίζει βουίζοντας το ροδάνι, κι ως το πρωί είχε κάνει όλο το άχυρο λαμπερό χρυσάφι. Ο βασιλιάς χάρηκε πάρα πολύ όταν το είδε, μα ακόμα δεν είχε χορτάσει χρυσάφι, κι έβαλε να πάνε τη μυλωνοπούλα σε μια ακόμα μεγαλύτερη κάμαρη γεμάτη άχυρα και είπε: «Αυτά πρέπει να τα γνέσεις απόψε. Αν τα καταφέρεις όμως, θα γίνεις γυναίκα μου.» «Μπορεί να είναι μόνο μια μυλωνοπούλα», σκέφτηκε, «πιο πλούσια γυναίκα όμως δεν θα βρω σε όλο τον κόσμο.»
Όταν το κορίτσι έμεινε μόνο του, το ανθρωπάκι ήρθε για τρίτη φορά και είπε: «Τι θα μου δώσεις, αν σου γνέσω το άχυρο κι αυτή τη φορά;» «Δεν μου έχει μείνει τίποτα να σου δώσω», απάντησε το κορίτσι. «Τότε υποσχέσου μου πως, όταν γίνεις βασίλισσα, θα μου δώσεις το πρώτο σου παιδί.» «Ποιος ξέρει πώς θα έρθουν τα πράγματα», σκέφτηκε η μυλωνοπούλα, κι όπως δεν ήξερε πώς αλλιώς να γλιτώσει από τη δύσκολη θέση, υποσχέθηκε στο ανθρωπάκι αυτό που ζητούσε, κι εκείνο της έγνεσε για άλλη μια φορά το άχυρο και το έκανε χρυσάφι. Κι όταν το πρωί ήρθε ο βασιλιάς και τα βρήκε όλα όπως τα ήθελε, έκανε γάμο μαζί της, κι η όμορφη μυλωνοπούλα έγινε βασίλισσα.
Ύστερα από έναν χρόνο έφερε στον κόσμο ένα όμορφο παιδί και δεν σκεφτόταν πια καθόλου το ανθρωπάκι. Τότε εκείνο μπήκε ξαφνικά στην κάμαρή της και είπε: «Τώρα δώσε μου αυτό που μου υποσχέθηκες.» Η βασίλισσα τρόμαξε και πρόσφερε στο ανθρωπάκι όλα τα πλούτη του βασιλείου, αν της άφηνε το παιδί. Το ανθρωπάκι όμως είπε: «Όχι, κάτι ζωντανό το θέλω πιο πολύ από όλους τους θησαυρούς του κόσμου.» Τότε η βασίλισσα άρχισε να κλαίει και να θρηνεί τόσο, που το ανθρωπάκι τη λυπήθηκε. «Θα σου δώσω τρεις μέρες καιρό», είπε. «Αν ως τότε μάθεις το όνομά μου, θα κρατήσεις το παιδί σου.»
Όλη τη νύχτα λοιπόν η βασίλισσα προσπαθούσε να θυμηθεί όλα τα ονόματα που είχε ακούσει ποτέ, κι έστειλε έναν αγγελιοφόρο σε όλη τη χώρα, να ρωτήσει παντού, κοντά και μακριά, τι άλλα ονόματα υπήρχαν. Όταν την άλλη μέρα ήρθε το ανθρωπάκι, άρχισε λέγοντας Γάσπαρ, Μελχιόρ, Βαλτάσαρ, κι ύστερα είπε με τη σειρά όλα τα ονόματα που ήξερε, μα σε κάθε όνομα το ανθρωπάκι έλεγε: «Δεν με λένε έτσι.»
Τη δεύτερη μέρα έβαλε να ρωτήσουν στη γειτονιά πώς έλεγαν τους ανθρώπους εκεί, κι είπε στο ανθρωπάκι τα πιο ασυνήθιστα και παράξενα ονόματα: «Μήπως σε λένε Πλευροθήριο ή Κριαρογάμπα ή Κορδονοπόδη;» Εκείνο όμως απαντούσε κάθε φορά: «Δεν με λένε έτσι.»
Την τρίτη μέρα γύρισε πίσω ο αγγελιοφόρος και διηγήθηκε: «Ούτε ένα καινούργιο όνομα δεν μπόρεσα να βρω. Όταν όμως έφτασα σε ένα ψηλό βουνό, εκεί που στρίβει το δάσος, εκεί που δεν πατάει ανθρώπου πόδι, είδα ένα μικρό σπιτάκι. Μπροστά στο σπιτάκι έκαιγε μια φωτιά, και γύρω από τη φωτιά χοροπηδούσε ένα πολύ αστείο ανθρωπάκι, πηδούσε στο ένα πόδι και φώναζε: Σήμερα ψήνω, αύριο βράζω, μεθαύριο της βασίλισσας το παιδί θα αρπάξω. Αχ, τι καλά, κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν το λέει, πως Ρουμπελστίλτσκιν εμένα με λένε!»
Μπορείτε να φανταστείτε πόσο χάρηκε η βασίλισσα όταν άκουσε το όνομα. Κι όταν σε λίγο μπήκε το ανθρωπάκι και ρώτησε: «Λοιπόν, κυρία βασίλισσα, πώς με λένε;», εκείνη ρώτησε πρώτα: «Μήπως σε λένε Κώστα;» «Όχι.» «Μήπως σε λένε Γιάννη;» «Όχι.» «Μήπως τυχόν σε λένε Ρουμπελστίλτσκιν;»
«Αυτό σου το είπε ο διάβολος, αυτό σου το είπε ο διάβολος!» ούρλιαξε το ανθρωπάκι, και από τον θυμό του χτύπησε το δεξί του πόδι τόσο δυνατά στο χώμα, που βούλιαξε μέσα ως τη μέση. Ύστερα τραβήχτηκε με όλη του τη δύναμη έξω από τη γη, χτύπησε θυμωμένο και τα δυο του πόδια κι έφυγε τρέχοντας. Κανείς δεν το ξαναείδε ποτέ. Κι η βασίλισσα κράτησε το παιδί της.
«Αυτό σου το είπε ο διάβολος, αυτό σου το είπε ο διάβολος!» ούρλιαξε το ανθρωπάκι, και από τον θυμό του χτύπησε το δεξί του πόδι τόσο δυνατά στο χώμα, που βούλιαξε μέσα ως τη μέση. Ύστερα, μέσα στη μανία του, άρπαξε το αριστερό του πόδι με τα δυο του χέρια και σκίστηκε στα δύο.





