Μπροστά στην καλύβα της η μαμά γουρούνα χαιρετά με το ποδαράκι της τρία γουρουνάκια που φεύγουν στο μονοπάτι με τα μπογαλάκια τους Ο λύκος με φουσκωμένα μάγουλα φυσά το αχυρένιο σπιτάκι, και το γουρουνάκι το σκάει από την πισινή πορτούλα Το τρίτο γουρουνάκι χτίζει ένα γερό σπιτάκι από κόκκινα τούβλα, και τα δυο αδέλφια του τρέχουν κοντά του Το γουρουνάκι κάθεται πάνω στη μηλιά και πετά ένα μήλο πολύ μακριά προς τον λύκο Το γουρουνάκι κατρακυλά στην πλαγιά μέσα σε ένα ξύλινο βαρέλι για βούτυρο, και ο λύκος πηδά τρομαγμένος στο πλάι Τα τρία γουρουνάκια στέκονται δίπλα στο τζάκι με ένα μεγάλο τσουκάλι, και η ουρά του λύκου κρέμεται από την καμινάδα

Τα τρία γουρουνάκια

Στον κόσμο · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−7:56

Για τους γονείς: Στο πρωτότυπο του Τζόζεφ Τζέικομπς ο λύκος τρώει τα δυο πρώτα γουρουνάκια, και το τρίτο γουρουνάκι βράζει τον λύκο και τον τρώει. Στην πιο ήπια εκδοχή τα δυο γουρουνάκια τρέχουν στο σπίτι του αδελφού τους, κι ο λύκος ζεματίζεται και φεύγει τρέχοντας.

Τρία γουρουνάκια φεύγουν στον κόσμο και χτίζουν σπιτάκια από άχυρα, από αγκαθωτά κλαδιά και από τούβλα, όμως ένας πεινασμένος λύκος έρχεται να χτυπήσει την πόρτα τους. Το αγγλικό λαϊκό παραμύθι από τη συλλογή του Τζόζεφ Τζέικομπς, μεταφρασμένο από το αγγλικό πρωτότυπο.

Τζόζεφ Τζέικομπς · 8 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Τα τρία γουρουνάκια: το κείμενο του παραμυθιού

Τζόζεφ Τζέικομπς (1890). Μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο «The Story of the Three Little Pigs».

Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα γουρούνια μιλούσαν με ρίμες, οι μαϊμούδες μασούσαν καπνό, οι κότες ρουφούσαν ταμπάκο για να γίνουν γερές κι οι πάπιες έκαναν πα, πα, πα! Ζούσε τότε μια γριά μαμά γουρούνα, που είχε τρία γουρουνάκια. Επειδή δεν είχε αρκετό φαγητό για να τα θρέψει, τα έστειλε στον κόσμο να βρουν την τύχη τους.

Το πρώτο γουρουνάκι που έφυγε από το σπίτι συνάντησε έναν άνθρωπο με ένα δεμάτι άχυρα και του είπε: «Σας παρακαλώ, κύριε, δώστε μου αυτά τα άχυρα για να χτίσω ένα σπιτάκι.» Ο άνθρωπος του τα έδωσε, και το γουρουνάκι έχτισε με αυτά ένα σπιτάκι.

Σε λίγο πέρασε από εκεί ένας λύκος. Χτύπησε την πόρτα και είπε: «Γουρουνάκι, γουρουνάκι, άφησέ με να μπω!» Το γουρουνάκι απάντησε: «Όχι, όχι, μα τις τριχούλες στο πηγουνάκι μου!» Κι ο λύκος του είπε: «Τότε θα φυσήξω και θα ξεφυσήξω και το σπιτάκι σου θα το ρίξω!» Και φύσηξε και ξεφύσηξε και του έριξε το σπιτάκι. Το γουρουνάκι όμως γλίστρησε από την πισινή πορτούλα κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα το έπαιρναν τα κοντά ποδαράκια του, να βρει τον μικρότερο αδελφό του.

Το δεύτερο γουρουνάκι συνάντησε έναν άνθρωπο με ένα δεμάτι αγκαθωτά κλαδιά και του είπε: «Σας παρακαλώ, κύριε, δώστε μου αυτά τα κλαδιά για να χτίσω ένα σπιτάκι.» Ο άνθρωπος του τα έδωσε, και το γουρουνάκι έχτισε το σπιτάκι του.

Ξανά ήρθε ο λύκος και είπε: «Γουρουνάκι, γουρουνάκι, άφησέ με να μπω!» «Όχι, όχι, μα τις τριχούλες στο πηγουνάκι μου!» «Τότε θα ξεφυσήξω και θα φυσήξω και το σπιτάκι σου θα το ρίξω!» Και φύσηξε και ξεφύσηξε, και ξεφύσηξε και φύσηξε, και στο τέλος γκρέμισε το σπιτάκι. Και το δεύτερο γουρουνάκι όμως το έσκασε γρήγορα από την πισινή πορτούλα κι έτρεξε να βρει τον αδελφό του.

Το τρίτο γουρουνάκι συνάντησε έναν άνθρωπο με ένα κάρο τούβλα και του είπε: «Σας παρακαλώ, κύριε, δώστε μου αυτά τα τούβλα για να χτίσω ένα σπιτάκι.» Ο άνθρωπος του έδωσε τα τούβλα, και το γουρουνάκι έχτισε με αυτά ένα γερό σπιτάκι. Μόλις το τελείωσε, έφτασαν τρέχοντας λαχανιασμένα και τα δυο του αδέλφια. Τα άφησε να μπουν, και κλείδωσαν και τα τρία την πόρτα.

Ήρθε κι εδώ ο λύκος, όπως είχε πάει και στα άλλα γουρουνάκια, και είπε: «Γουρουνάκι, γουρουνάκι, άφησέ με να μπω!» «Όχι, όχι, μα τις τριχούλες στο πηγουνάκι μου!» «Τότε θα φυσήξω και θα ξεφυσήξω και το σπιτάκι σου θα το ρίξω!»

Και φύσηξε και ξεφύσηξε, και ξανά φύσηξε και ξεφύσηξε, και ξεφύσηξε και φύσηξε, μα το σπιτάκι δεν μπορούσε με τίποτα να το γκρεμίσει. Όταν είδε πως, όσο κι αν φυσούσε και ξεφυσούσε, δεν θα το έριχνε ποτέ, είπε: «Γουρουνάκι, ξέρω πού υπάρχει ένα ωραίο χωράφι με γογγύλια.» «Πού;» ρώτησε το γουρουνάκι. «Α, στο χωράφι του κυρίου Σμιθ, πίσω από το σπίτι του. Αν είσαι έτοιμο αύριο το πρωί, θα περάσω να σε πάρω, να πάμε μαζί να μαζέψουμε μερικά για το φαγητό.» «Πολύ καλά», είπε το γουρουνάκι, «θα είμαι έτοιμο. Τι ώρα σκοπεύεις να πας;» «Α, στις έξι.»

Το γουρουνάκι όμως σηκώθηκε στις πέντε και μάζεψε τα γογγύλια πριν έρθει ο λύκος. Ο λύκος ήρθε κατά τις έξι και ρώτησε: «Γουρουνάκι, είσαι έτοιμο;» Το γουρουνάκι είπε: «Έτοιμο; Πήγα κιόλας και γύρισα, κι έφερα κι ένα γεμάτο τσουκάλι γογγύλια για το φαγητό.»

Ο λύκος θύμωσε πολύ, αλλά σκέφτηκε πως κάπως θα κατάφερνε να ξεγελάσει το γουρουνάκι. Γι' αυτό είπε: «Γουρουνάκι, ξέρω πού υπάρχει μια ωραία μηλιά.» «Πού;» ρώτησε το γουρουνάκι. «Κάτω, στον Χαρούμενο Κήπο», απάντησε ο λύκος. «Αν δεν με ξεγελάσεις, θα έρθω να σε πάρω αύριο στις πέντε, να πάμε να μαζέψουμε μήλα.»

Το άλλο πρωί το γουρουνάκι σηκώθηκε βιαστικά στις τέσσερις και ξεκίνησε για τα μήλα. Ήλπιζε να γυρίσει στο σπίτι πριν έρθει ο λύκος. Ο δρόμος όμως ήταν πιο μακρύς, κι έπρεπε να σκαρφαλώσει και στη μηλιά. Την ώρα που κατέβαινε, είδε τον λύκο να έρχεται, κι αυτό, όπως μπορείτε να φανταστείτε, το τρόμαξε πολύ.

Όταν ο λύκος πλησίασε, είπε: «Γουρουνάκι, τι βλέπω; Ήρθες εδώ πριν από μένα; Είναι ωραία τα μήλα;» «Πολύ», είπε το γουρουνάκι. «Θα σου πετάξω ένα κάτω.» Και το πέταξε τόσο μακριά, που, ενώ ο λύκος έτρεχε να το πιάσει, το γουρουνάκι πήδηξε από το δέντρο κι έτρεξε στο σπίτι του.

Την επόμενη μέρα ο λύκος ήρθε πάλι και είπε στο γουρουνάκι: «Γουρουνάκι, σήμερα το απόγευμα έχει πανηγύρι στο Σάνκλιν. Θα έρθεις;» «Α, ναι», είπε το γουρουνάκι, «θα έρθω. Τι ώρα θα είσαι έτοιμος;» «Στις τρεις», είπε ο λύκος.

Το γουρουνάκι, όπως πάντα, έφυγε πριν από την ώρα που είχαν πει και πήγε στο πανηγύρι. Εκεί αγόρασε ένα μεγάλο ξύλινο βαρέλι για να φτιάχνει βούτυρο. Γύριζε με αυτό στο σπίτι του, όταν είδε τον λύκο να έρχεται. Δεν ήξερε τι να κάνει. Γι' αυτό μπήκε μέσα στο βαρέλι για να κρυφτεί, κι έτσι το βαρέλι γύρισε στο πλάι. Άρχισε να κατρακυλά στην πλαγιά με το γουρουνάκι μέσα, κι αυτό τρόμαξε τόσο πολύ τον λύκο, που έτρεξε στο σπίτι του χωρίς να πάει καθόλου στο πανηγύρι.

Ύστερα πήγε στο σπιτάκι του γουρουνιού και του είπε πόσο είχε τρομάξει από ένα μεγάλο στρογγυλό πράγμα, που κατρακύλησε στην πλαγιά δίπλα του. Τότε το γουρουνάκι είπε: «Χα χα, εγώ σε τρόμαξα λοιπόν! Είχα πάει στο πανηγύρι κι αγόρασα ένα βαρέλι για βούτυρο, κι όταν σε είδα, μπήκα μέσα και κατρακύλησα στην πλαγιά.»

Τώρα πια ο λύκος έγινε έξαλλος από τον θυμό του. Είπε πως θα έτρωγε οπωσδήποτε το γουρουνάκι, και πως θα κατέβαινε να το πιάσει από την καμινάδα. Όταν το γουρουνάκι κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει ο λύκος, κρέμασε πάνω από το τζάκι ένα μεγάλο τσουκάλι γεμάτο νερό κι άναψε μια δυνατή φωτιά. Την ώρα ακριβώς που ο λύκος κατέβαινε από την καμινάδα, το γουρουνάκι σήκωσε το καπάκι, και μπλουμ, ο λύκος έπεσε μέσα στο τσουκάλι.

Το νερό ήταν τόσο καυτό, που ο λύκος πετάχτηκε αμέσως έξω από το τσουκάλι, ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη και, με τη μακριά ουρά του κατεβασμένη, έφυγε τρέχοντας από την πόρτα όσο πιο γρήγορα τον έπαιρναν τα πόδια του. Δεν ξαναγύρισε ποτέ. Και τα τρία γουρουνάκια έζησαν ευτυχισμένα για πάντα στο γερό σπιτάκι τους από τούβλα.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.