Ο γρήγορος λαγός κοροϊδεύει την αργή χελώνα, ώσπου μια μέρα η χελώνα τον προκαλεί σε αγώνα δρόμου. Ο μύθος του Αισώπου για την προσπάθεια και την υπομονή, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.
Αίσωπος · 5 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Ο λαγός και η χελώνα: το κείμενο του παραμυθιού
Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.
Στην άκρη ενός μεγάλου λιβαδιού ζούσε ένας λαγός, που έτρεχε πιο γρήγορα από όλους τριγύρω. Είχε μακριά αυτιά και δυνατά πισινά πόδια, και τα καμάρωνε πάρα πολύ. Κάθε πρωί έτρεχε σαν αστραπή πέρα δώθε στο λιβάδι, κι η σκόνη σηκωνόταν πίσω του. Στο ίδιο λιβάδι ζούσε και μια χελώνα. Περπατούσε σιγά σιγά, βήμα βήμα, και κουβαλούσε στην πλάτη της το σκληρό, στρογγυλό καβούκι της.
Μια μέρα ο λαγός πέρασε τρέχοντας δίπλα της και σταμάτησε. «Ε, χελώνα», γέλασε, «τι κοντά ποδαράκια που έχεις! Και πόσο αργά σέρνεσαι! Ώσπου να φτάσεις στην άκρη του λιβαδιού, θα έχει έρθει ο χειμώνας.» Τα άλλα ζώα κρυφογέλασαν. Η χελώνα όμως δεν θύμωσε καθόλου. Χαμογέλασε κι εκείνη και είπε ήρεμα: «Μπορεί να είσαι γρήγορος σαν τον άνεμο, λαγέ, μα σε έναν αγώνα δρόμου θα σε νικήσω.» Κι έτσι οι δυο τους άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος είναι ο πιο γρήγορος.
Ο λαγός γέλασε τόσο πολύ, που κυλίστηκε στο χορτάρι. «Εσύ; Να νικήσεις εμένα; Σε αγώνα δρόμου;» είπε λαχανιασμένος από τα γέλια. «Αυτό θέλω να το δω! Εντάξει, ας τρέξουμε!» Έτσι όρισαν μαζί τη μέρα και τον τόπο. Θα ξεκινούσαν από τη μεγάλη βελανιδιά, θα περνούσαν το λιβάδι και το δασάκι και θα έφταναν ως τον παλιό μύλο δίπλα στο ρυάκι. Όποιος έφτανε πρώτος στον μύλο θα κέρδιζε το βραβείο: ένα στεφάνι από αγριολούλουδα. Κι η αλεπού, που ήταν σοφή και δίκαιη, θα έκανε τον κριτή.
Τη μέρα του αγώνα, όλα τα ζώα του λιβαδιού μαζεύτηκαν κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά. Η αλεπού σήκωσε το πόδι της και φώναξε: «Λάβετε θέσεις, έτοιμοι, πάμε!» Ο λαγός πετάχτηκε μπροστά σαν βέλος και σε μια στιγμή χάθηκε πίσω από τον πρώτο θάμνο. Η χελώνα όμως ξεκίνησε σιγά σιγά, αλλά αποφασισμένη. Ένα βήμα, κι άλλο ένα βήμα, κι άλλο ένα ακόμα. Δεν κοίταζε ούτε δεξιά ούτε αριστερά, κοίταζε μόνο μπροστά.
Ο λαγός έφτασε στη μέση του λιβαδιού στο πι και φι. Κοίταξε πίσω του, μα από τη χελώνα ούτε ίχνος. «Χα!» σκέφτηκε. «Εγώ είμαι πολύ πιο γρήγορος. Εκείνη θα κάνει όλη τη μέρα για να φτάσει. Μπορώ να ξεκουραστώ λιγάκι.» Και δεν σκέφτηκε πια καθόλου τον αγώνα. Δίπλα στο μονοπάτι υπήρχε μια σκιερή μηλιά, με μαλακό χορτάρι κάτω από τα κλαδιά της. Ο λαγός ξάπλωσε στη σκιά, έβαλε τα μπροστινά του πόδια πίσω από το κεφάλι του και χασμουρήθηκε. Ο ήλιος ζέσταινε ευχάριστα, οι μέλισσες βούιζαν, και σε λίγο ο λαγός αποκοιμήθηκε βαθιά.
Στο μεταξύ η χελώνα προχωρούσε. Ήξερε καλά πως ήταν αργή, κι έτσι δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή, κι ας την πονούσαν τα πόδια της κι ας ζεσταινόταν όλο και πιο πολύ κάτω από το καβούκι της. Πέρασε δίπλα από τη μηλιά, όπου ο λαγός ροχάλιζε στη σκιά, και δεν τον ξύπνησε. Ύστερα πέρασε μέσα από το δασάκι, πάνω από το γεφυράκι, κι έφτασε ως τον παλιό μύλο. Όταν έφτασε στο τέρμα, τα ζώα τη χειροκρότησαν χαρούμενα, και το στεφάνι από λουλούδια ήταν δικό της. Κουρασμένη αλλά ευχαριστημένη, η χελώνα κάθισε στο χορτάρι, έκρυψε το κεφαλάκι της μέσα στο καβούκι και πήρε έναν υπνάκο.
Ο λαγός ξύπνησε μόνο όταν ο ήλιος είχε αρχίσει πια να βασιλεύει. Πετάχτηκε όρθιος και έτριψε τα μάτια του. «Ο αγώνας!» φώναξε, κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πέρασε σαν αστραπή το λιβάδι, το δασάκι και το γεφυράκι, και τα αυτιά του ανέμιζαν στον αέρα. Μόλις όμως έφτασε στον μύλο, είδε τη χελώνα με το στεφάνι της από λουλούδια να κοιμάται ήδη αναπαυτικά στο τέρμα. Ο λαγός σταμάτησε απότομα, και ντράπηκε τόσο πολύ, που δεν ήξερε πού να κοιτάξει.
Από εκείνη τη μέρα ο λαγός δεν κορόιδεψε ποτέ ξανά τα κοντά πόδια της χελώνας. Είχε καταλάβει πως δεν φτάνει να είσαι γρήγορος, αν δεν προσπαθείς. Γιατί πολλές φορές όποιος κοπιάζει με υπομονή νικάει εκείνον που γεννήθηκε με πολλά χαρίσματα, μα δεν κάνει τον κόπο να προσπαθήσει.





