Ένα βοσκόπουλο κάθεται σε έναν βράχο πάνω από το χωριό και κοιτάζει βαριεστημένα τα πρόβατα Οι χωριανοί φτάνουν τρέχοντας στο λιβάδι με δικράνια, και το αγόρι κυλιέται στο χορτάρι από τα γέλια Τα πρόβατα σκορπίζουν προς κάθε μεριά, κι ο λύκος τρέχει μπερδεμένος πίσω τους

Ο ψεύτης βοσκός

Βαρεμάρα στο λιβάδι · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−4:33

Για τους γονείς: Στον μύθο του Αισώπου ο λύκος κατασπαράζει όλο το κοπάδι. Στην πιο ήπια εκδοχή ο λύκος απλώς σκορπίζει τα πρόβατα, και το αγόρι τα ψάχνει όλη τη νύχτα.

Ένα βοσκόπουλο βαριέται στο λιβάδι κι έτσι σκαρφίζεται ένα αστείο που ξεσηκώνει όλο το χωριό. Ο μύθος του Αισώπου για το πόσο σημαντικό είναι να λέμε την αλήθεια, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Αίσωπος · 5 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Ο ψεύτης βοσκός: το κείμενο του παραμυθιού

Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Στην άκρη του δάσους, όχι μακριά από ένα μικρό χωριό, ένα βοσκόπουλο φύλαγε πρόβατα. Κάθε πρωί τα έβγαζε στο λιβάδι και κάθε βράδυ τα γύριζε πίσω στο χωριό. Τα πρόβατα έτρωγαν ήσυχα το χορτάρι, τα κουδούνια στον λαιμό τους χτυπούσαν απαλά, κι ο ήλιος ταξίδευε αργά αργά στον ουρανό. Το αγόρι όμως βαριόταν. «Εδώ δεν γίνεται ποτέ τίποτα», αναστέναζε, και πετούσε πετραδάκια στο ρυάκι.

Μια μέρα όμως του ήρθε μια ιδέα. Σκαρφάλωσε σε έναν μεγάλο βράχο, έβαλε τις παλάμες του χωνί γύρω από το στόμα και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια, ήρθε ο λύκος στα πρόβατα!» Οι χωριανοί τρόμαξαν και παράτησαν αμέσως τις δουλειές τους. Ο σιδεράς πέταξε κάτω το σφυρί του, ο αγρότης άφησε το αλέτρι, ο μυλωνάς έτρεξε κάτασπρος από το αλεύρι, κι όλοι κρατούσαν δικράνια και ραβδιά. Λαχανιασμένοι έφτασαν στο λιβάδι, μα λύκος πουθενά. Τα πρόβατα έβοσκαν ήσυχα, και το αγόρι κυλιόταν στο χορτάρι από τα γέλια. «Σας ξεγέλασα, σας ξεγέλασα!» φώναζε.

Οι χωριανοί κοιτάχτηκαν θυμωμένοι και γύρισαν πίσω στο χωριό. Στο αγόρι όμως άρεσε τόσο πολύ το αστείο του, που ύστερα από λίγες μέρες το ξανάκανε. «Λύκος! Λύκος!» φώναξε, κι όλοι έτρεξαν πάλι, μα πάλι δεν υπήρχε κανένας λύκος, μόνο ένα αγόρι που τους κορόιδευε. Το ίδιο έκανε και τρίτη φορά. Κάθε φορά έρχονταν λιγότεροι άνθρωποι, και κάθε φορά ήταν πιο θυμωμένοι και πιο λυπημένοι. «Παιδί μου, με αυτά δεν αστειεύεται κανείς», του είπε ο γέρος μυλωνάς. «Μια μέρα δεν θα σε πιστεύει πια κανένας.»

Ύστερα, ένα βράδυ, όταν οι σκιές είχαν πια μακρύνει, βγήκε από το δάσος ένας αληθινός λύκος. Ήταν μεγάλος και γκρίζος, και γλιστρούσε αθόρυβα ίσια προς το κοπάδι. Μόλις το αγόρι τον είδε, χλόμιασε σαν το πανί. Αυτή τη φορά δεν είχε καθόλου όρεξη για γέλια. Πήδηξε πάνω στον βράχο και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια, σας παρακαλώ, ελάτε! Ο λύκος είναι ανάμεσα στα πρόβατα!»

Στο χωριό τον άκουσαν. Ο σιδεράς κούνησε το κεφάλι του, ο αγρότης σήκωσε τους ώμους, κι ο μυλωνάς μουρμούρισε: «Πάλι θέλει να μας κοροϊδέψει. Αυτή τη φορά δεν πάμε.» Όλοι νόμιζαν πως αστειευόταν όπως πάντα, κι έτσι δεν ήρθε κανείς.

Ο λύκος όρμησε μέσα στο κοπάδι. Τα πρόβατα βέλαξαν τρομαγμένα και σκόρπισαν προς κάθε μεριά, το ένα στο δάσος, το άλλο πέρα από το ρυάκι, το τρίτο πάνω στον λόφο, το τέταρτο μέσα στους θάμνους. Ο λύκος έτρεχε πίσω τους από δω κι από κει, μα μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση δεν κατάφερε να πιάσει ούτε ένα. Όταν σκοτείνιασε, βαρέθηκε κι έφυγε γκρινιάζοντας πίσω στο δάσος.

Το αγόρι έμεινε μόνο του στο άδειο λιβάδι. Όλη τη νύχτα, με ένα φανάρι στο χέρι, έψαχνε τα πρόβατά του στο δάσος, δίπλα στο ρυάκι και πάνω στον λόφο. Τα φώναζε με τα ονόματά τους κι έκλαιγε. Μόνο όταν βγήκε ο ήλιος, κατάφερε να τα μαζέψει ξανά όλα μαζί, κουρασμένο, παγωμένο και με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα. Εκείνο το πρωί κατάλαβε πως το αστείο του δεν ήταν καθόλου για γέλια.

Από εκείνη τη μέρα δεν είπε ποτέ ξανά ψέματα. Γιατί όποιος λέει ψέματα, μόνο αυτό κερδίζει: κανείς δεν τον πιστεύει πια, ούτε κι όταν λέει την αλήθεια.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.